Στον οικισμό της αρχαίας Ολύνθου Χαλκιδικής, κατά τις ανασκαφικές έρευνες των ετών 1928 και 1931, εντοπίστηκαν τέσσερις χάλκινοι κωδωνίσκοι (κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού: Ol 31.306, Ol 31.93, Ol 28.28, Ol 31.320). Χρονολογούνται στις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. π.Χ. και είναι από τα λιγοστά δείγματα κωδωνίσκων που έχουν βρεθεί σε οικίες.
Κατά μέσο όρο δεν ξεπερνούν τα 3,4 εκ. σε ύψος και σε μέγιστη διάμετρο. Όπως και η πλειονότητα των μετάλλινων κωδωνίσκων, είναι κατασκευασμένα με χύτευση, με την τεχνική του "χαμένου κεριού". Μοιράζονται κοινά λειτουργικά χαρακτηριστικά, όπως η λαβή με οπή, από την οποία ο κωδωνίσκος θα μπορούσε είτε να κρατηθεί είτε να αναρτηθεί. Στη βάση κάθε λαβής ανοίγονται οπές από όπου περνά σύρμα (σώζεται μόνο στο Ol. 31.306) για την εξάρτηση κινητού στελέχους - γλωσσιδίου κρούσης (δεν διατηρείται σε κανέναν από τους τέσσερις κωδωνίσκους). Το σώμα – ηχείο έχει σχήμα ημιελλειπτικό όπου, με εξαίρεση το ακόσμητο Ol. 28.28, διαμορφώνονται αυλακωτοί (Ol. 31.306, Ol. 31.320) ή πλαστικοί (Ol. 31. 93) δακτύλιοι.
Μετάλλινοι κώδωνες είναι γνωστοί σε ποικιλία μεγεθών ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους στην Κίνα και την Εγγύς Ανατολή, από όπου φαίνεται πως γίνονται γνωστοί και στην Ελλάδα μέσω της Σάμου και της Κύπρου γύρω στο 700 π.Χ. ή λίγο νωρίτερα και έκτοτε απαντούν αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας. Εμφανίζονται συνηθέστερα σε ιερά και ταφές και σπανίως σε οικιστικά συμφραζόμενα, όπως στην περίπτωση της Ολύνθου.
Στο πέρασμα των αιώνων έχουν διατηρηθεί αναλλοίωτες οι βασικές αρχές που διέπουν, ανεξαρτήτως μεγέθους, τον σχεδιασμό τους, καθώς και η κύρια λειτουργία τους, δηλαδή η παραγωγή ήχου μέσω της κρούσης του κινητού στελέχους – γλωσσιδίου στα τοιχώματα του σώματος – ηχείου.
Στην Εγγύς Ανατολή γνωρίζουμε ότι οι κώδωνες λειτουργούσαν, περασμένοι στους λαιμούς τους, ως ηχητικά σήματα για τα ζώα, ιδίως τα άλογα. Ως όργανο σήμανσης φρουρών σε πόλεις και στρατόπεδα αναφέρονται κατά τους κλασικούς χρόνους από τον Αριστοφάνη και τον Θουκυδίδη, αλλά και αργότερα από τον βυζαντινό λεξικογράφο Φώτιο. Κατά τις πολεμικές συγκρούσεις, κρεμασμένα στην εξάρτυση των ζώων και των πολεμιστών, δημιουργούσαν εκκωφαντικό θόρυβο που προκαλούσε φόβο και δέος στον αντίπαλο. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους κώδωνες χρησιμοποιούνταν, μεταξύ άλλων, για να σηματοδοτήσουν το άνοιγμα των αγορών και των λουτρών στις πόλεις, ως εγερτήριο κάλεσμα για τους δούλους στις οικίες ή ως ηχητικά σήματα των ζώων στην κτηνοτροφία.
Έντονος είναι σε κάθε εποχή ο προστατευτικός και αποτροπαϊκός τους χαρακτήρας, άμεσα συνδεδεμένος με την πεποίθηση ότι ο οξύς μεταλλικός ήχος που παράγουν κρατά μακριά τις σκοτεινές δυνάμεις που απειλούν την ανθρώπινη ζωή και προστατεύει τον νεκρό μετά θάνατον. Χαρακτηριστική είναι η οργή του Ιωάννη του Χρυσόστομου που καταφέρεται κατά της χρήσης τους ως φυλαχτών για τα μικρά παιδιά. Την προστασία της οικίας θα πρέπει να εξυπηρετούσαν οι κωδωνίσκοι της Ολύνθου, ενώ αποτροπαϊκές ιδιότητες διέθεταν τα λεγόμενα ρωμαϊκά tintinabulla, φαλλόσχημα αντικείμενα με αναρτημένους σε αυτά κωδωνίσκους.
Επιγραφές σε κώδωνες που βρέθηκαν σε ιερά μαρτυρούν τον αναθηματικό τους χαρακτήρα. Γνωστή είναι, επίσης, η χρήση τους στα δρώμενα της μητρωικής και διονυσιακής λατρείας, δρώμενων άμεσα συνδεδεμένων με το ξύπνημα της φύσης και τον ερχομό της Άνοιξης. Ο απόηχός τους φτάνει μέχρι τις μέρες μας μέσα από τα έθιμα των κωδωνοφόρων της Αποκριάς που λαμβάνουν χώρα σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, με τον ήχο των κουδουνιών να καλεί τη φύση να ζωντανέψει πάλι αφήνοντας πίσω τον μαρασμό του Χειμώνα. Την Άνοιξη καλούν και τα μικρά παιδιά κατά τα «χελιδονίσματα» του Μαρτίου, περιφέροντας άνθινα στεφάνια με ομοίωμα χελιδόνας με κουδουνάκι περασμένο στον λαιμό της.
Μπορείτε να δείτε τους κωδωνίσκους της Ολύνθου στη μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης “Στη Μακεδονία από τον 7ο αι. π.Χ. ως την ύστερη αρχαιότητα”, προθήκη 21, και να καλωσορίσετε την Άνοιξη.

